τμήμα ξηράς που βρίσκεται στα νερά ωκεανού, θάλασσας, λίμνης ή και ποταμού
στενή θαλάσσια λωρίδα που χωρίζει δύο στεριές και ενώνει δύο θάλασσες
τεχνητό αυλάκι που ενώνει θάλασσες, λίμνες ή ποταμούς και του οποίου το βάθος και το πλάτος είναι κατάλληλο για τη ναυσιπλοΐα
στενή λωρίδα γης που χωρίζει δύο θάλασσες και ενώνει δύο ξηρές
τμήμα ξηράς που το βρέχει η θάλασσα από τρεις πλευρές και που συνδέεται με τον υπόλοιπο ηπειρωτικό χώρο από μία μόνο πλευρά
μικρός κόλπος κατάλληλος για αγκυροβόλιο
άκρη ξηράς που εισχωρεί βαθιά μέσα στη θάλασσα
η άκρη της ξηράς που βρέχεται από το κύμα της θάλασσας, η παραλία
φυσική πλατιά εσοχή της ξηράς, μέσα στην οποία εισχωρεί η θάλασσα
φυσική ή τεχνητή διαμόρφωση παραλιακής έκτασης, θαλάσσιας αλλά και ποταμού ή λίμνης, κατάλληλη για να αγκυροβολούν και να σταθμεύουν με ασφάλεια πλοία και άλλα σκάφη